Η ετήσια κανονική άδεια δεν είναι «παροχή καλής θέλησης» ούτε εργαλείο διαπραγμάτευσης της τελευταίας στιγμής. Είναι θεμελιωμένο εργασιακό δικαίωμα, με ξεκάθαρη κοινωνική και υγειονομική λειτουργία: να επιβάλλει χρόνο πραγματικής ανάπαυσης, αποφόρτισης και επαναφοράς της παραγωγικότητας, χωρίς να εξαρτάται από τις διαθέσεις, τις πιέσεις της αγοράς ή την «κουλτούρα» μιας επιχείρησης. Από την 1η Ιανουαρίου 2026, το πλαίσιο δεν αλλάζει ως προς τον πυρήνα του δικαιώματος (πόσες μέρες άδειας δικαιούσαι και πώς συνδέονται με την προϋπηρεσία). Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος αξιοποίησης και ο τρόπος δήλωσης/διαχείρισης:
- περισσότερη ευελιξία στην κατάτμηση της άδειας (να μπορεί να «σπάει» σε περισσότερα κομμάτια, με αίτηση του εργαζομένου),
- λιγότερη γραφειοκρατία για τις επιχειρήσεις, με κατάργηση της προαναγγελίας στο ΕΡΓΑΝΗ και μετάβαση σε απολογιστική καταχώριση.
Η ουσία, όμως, κρύβεται στις λεπτομέρειες: πότε επιτρέπεται να «σπάσει» η άδεια, ποια είναι τα ελάχιστα όρια συνεχόμενων ημερών ώστε να μη γίνει η άδεια «ωρολόγιο καταφύγιο» για να κλείνουν τρύπες στο πρόγραμμα, ποιο είναι το αποδεικτικό ίχνος (έγγραφη αίτηση), τι γίνεται αν εργοδότης–εργαζόμενος διαφωνούν, και τι συνέπειες έχει όταν η άδεια δεν χορηγείται εγκαίρως.
Αυτό το κείμενο τα βάζει όλα σε τάξη, με καθαρή γλώσσα και πρακτική οπτική: τι αλλάζει από το 2026, πώς σε επηρεάζει, τι πρέπει να προσέξεις, και πώς προστατεύεται το δικαίωμα στην πραγματική ανάπαυση.
1) Τι ΔΕΝ αλλάζει: ο «σκληρός πυρήνας» της άδειας
Παρά τις αλλαγές στη διαδικασία, παραμένουν σταθερά τα βασικά:
- Το δικαίωμα στην ετήσια άδεια παραμένει ακέραιο ως προς τη διάρκειά του και τη σύνδεσή του με τα χρόνια προϋπηρεσίας.
- Η ετήσια άδεια είναι αναφαίρετο δικαίωμα και (κατά κανόνα) πρέπει να εξαντλείται μέσα στο ημερολογιακό έτος στο οποίο αφορά.
- Δεν αντικαθίσταται με χρήματα όσο υπάρχει ενεργή εργασιακή σχέση· χρηματική αποζημίωση μπαίνει στο τραπέζι κυρίως στη λύση της σύμβασης ...... {διαβάστε εδώ την συνέχεια}
