Η νησιωτικότητα στην Ελλάδα δεν είναι απλώς γεωγραφία. Είναι κόστος: μεταφορές, εφοδιαστική αλυσίδα, εποχικότητα, περιορισμένη αγορά, δυσκολότερη πρόσβαση σε υπηρεσίες, ακριβότερες πρώτες ύλες, καθυστερήσεις και (συχνά) χαμηλότερα περιθώρια επιβίωσης για τις μικρές επιχειρήσεις. Γι’ αυτό και η πολιτεία, εδώ και χρόνια, χρησιμοποιεί τον μειωμένο ΦΠΑ ως “αντιστάθμισμα” για τα νησιά που σηκώνουν δυσανάλογο βάρος, ειδικά όταν μιλάμε για μικρούς πληθυσμούς και δύσκολες συνθήκες.
Από την 1η Ιανουαρίου 2026 τίθεται σε εφαρμογή η επέκταση του καθεστώτος μείωσης κατά 30% των συντελεστών ΦΠΑ σε συγκεκριμένα νησιά της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, της Π.Ε. Έβρου (Σαμοθράκη) και του νομού Δωδεκανήσου, υπό τον όρο ότι έχουν πληθυσμό έως 20.000 κατοίκους σύμφωνα με την πιο πρόσφατη απογραφή. Παράλληλα, συνεχίζει να ισχύει το ειδικό καθεστώς για Λέσβο, Χίο, Σάμο και Κω.
Όμως ο μειωμένος ΦΠΑ δεν λειτουργεί “οριζόντια” και αυτό είναι το σημείο που δημιουργεί τα περισσότερα λάθη στην πράξη:
- δεν αρκεί να “πάνε τα αγαθά σε νησί”,
- δεν αρκεί να “είναι ο πελάτης από νησί”,
- δεν αρκεί να “εκτελείται μια υπηρεσία στο νησί”.
Χρειάζονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις: πού βρίσκεται το αγαθό όταν γεννιέται η φορολογική υποχρέωση, από ποια εγκατάσταση τιμολογεί ο πωλητής, ποιος είναι ο αγοραστής (υποκείμενος/μη υποκείμενος), πού εκτελείται υλικά η υπηρεσία και αν ο παρέχων έχει μόνιμη εγκατάσταση στο νησί.
Στο κείμενο που ακολουθεί, σου αποδίδω το θέμα με καθαρή γλώσσα, πρακτικά, σαν οδηγό εφαρμογής: ποια νησιά μπαίνουν, ποιοι συντελεστές αλλάζουν, τι εξαιρείται, και—κυρίως—πώς τιμολογεί σωστά μια επιχείρηση χωρίς να εκτεθεί σε λάθη, πιστωτικά και διορθώσεις. {διαβάστε εδώ την συνέχεια}
